ἱκετεία

ἱκετ-εία [ῐ], , more [dialect] Att. form of ἱκεσία (q.v.),
A supplication, Th.1.24; ἱκετείαν ποιεῖσθαί τινος to supplicate him, Id.3.67; ἱκετεῖαι θεῶν addressed to them, Lys.2.39;

ἐφ' ἱκετείαν τραπόμενος Pl.Ap.39a

; μετὰ δεήσεως καὶ ἱ. PPetr.2p.60 (iii B.C.), cf. SIG1181.12 ([place name] Jewish): pl.,

-είας ποιεῖσθαι Pl.Smp.183a

, etc.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἱκετεία — ἱκετείᾱ , ἱκετεία supplication fem nom/voc/acc dual ἱκετείᾱ , ἱκετεία supplication fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱκετείᾳ — ἱκετείᾱͅ , ἱκετεία supplication fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ικετεία — ἱκετεία, ἡ (Α) (αττ. τ.) βλ. ικεσία …   Dictionary of Greek

  • ἱκετείας — ἱκετείᾱς , ἱκετεία supplication fem acc pl ἱκετείᾱς , ἱκετεία supplication fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱκετείαν — ἱκετείᾱν , ἱκετεία supplication fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱκετειῶν — ἱκετεία supplication fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱκετεῖαι — ἱκετεία supplication fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱκετείαις — ἱκετεία supplication fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μειλιχία — και ιων. τ. μειλιχίη, ἡ (Α) 1. πραότητα, ημερότητα, ηπιότητα 2. ευμένεια, φιλοφροσύνη, ευγένεια 3. (κατά τον Ησύχ.) «ἱκετεία». [ΕΤΥΜΟΛ. < μείλιχος «πράος, γλυκός» + κατάλ. ία] …   Dictionary of Greek

  • ԱՂՕԹՔ — (թից.) NBH 1 0047 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 6c, 8c, 12c, 13c, 14c գ. Աղաչանք առ Աստուած. (որպէս լինի եւ յամաչելոյ՝ ամօթ. ʼի ճանաչելոյ՝ ծանօթ. յարածելոյ արօտ.) մաղթանք. խնդրուածք. պաղատանք. խօսք ընդ Աստուծոյ. եւ ուխտ… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

  • ԽՆԴՐՈՒԱԾ — (ոյ. մանաւանդ ԽՆԴՐՈՒԱԾՔ, ծաց կամ ծոց.) NBH 1 0953 Chronological Sequence: 5c, 10c, 12c գ. αἵτησις, δέησις, ἰκετεία petitio, preces, oratio, supplicatio. Խնդիր, եւ հայցուած. աղաչանք. աղերս. պաղատանք. մաղթանք. աղօթք. ... *Լուր տէր ձայնի խնդրուածաց… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.